μεφίτιδα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μεφίτιδα | μεφίτιδες |
| γενική | μεφίτιδας | μεφιτίδων |
| αιτιατική | μεφίτιδα | μεφίτιδες |
| κλητική | μεφίτιδα | μεφίτιδες |
Ετυμολογία [
]
- μεφίτιδα < μεφίτις
Ουσιαστικό [
]
μεφίτιδα θηλυκό
- (ζωολογία) το αγριοκούναβο