μπαλαμούτι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπαλαμούτι μπαλαμούτια
γενική μπαλαμουτιού μπαλαμουτιών
αιτιατική μπαλαμούτι μπαλαμούτια
κλητική μπαλαμούτι μπαλαμούτια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

μπαλαμούτι < σλαβική balamut (πβ. ρωσικά баламут)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

μπαλαμούτι ουδέτερο

(λαϊκότροπο)
  1. κόλπο, απάτη, ψέμα, εξαπάτηση, ιδιαίτερα σε χαρτοπαιξία
  2. ερωτικά χάδια, αγκαλιές, φιλιά, ερωτοτροπία

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]