μυς
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | μυς | μύες |
| γενική | μυός | μυών |
| αιτιατική | μυ | μυς |
| κλητική | μυ | μύες |
Ετυμολογία [
]
- μυς < αρχαία ελληνική μῦς
Ουσιαστικό [
]
μυς αρσενικό
[
]
Σύνθετα [
]
- μυογράφημα, μυογράφος
- μυοκάρδιο, μυοκαρδιοπάθεια, μυοκαρδίτιδα
- μυοκτόνος
- μυολογία
- μυομήτριο
- μυοπαγίς
- μυοπάθεια
- μυοτομία