νεράιδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική νεράιδα νεράιδες
γενική νεράιδας νεράιδων
αιτιατική νεράιδα νεράιδες
κλητική νεράιδα νεράιδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

νεράιδα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

νεράιδα θηλυκό

  1. δαιμονική μορφή της μυθολογίας και λαογραφίας που αρχικά παρουσιαζόταν ως μία γυναίκα εξωτικής ομορφιάς και κατέληξε να αναπαριστάται ως ένα μικροσκοπικό πτερωτό ον με μαγικές ικανότητες
  2. γυναίκα με αιθέρια ομορφιά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]