ξαίνω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- ξαίνω < → Η ετυμολογία λείπει.
Ρήμα [
]
ξαίνω
- κατεργάζομαι το μαλλί ώστε να γίνει κατάλληλο για κλώσιμο
- χτενίζω τα μαλλιά με τέτοιο τρόπο ώστε να αποκτούν μεγαλύτερο όγκο, να είναι πιο φουντωτά