ξαίνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξαίνω < αρχαία ελληνική ξαίνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ξαίνω

  1. κατεργάζομαι το μαλλί ώστε να γίνει κατάλληλο για κλώσιμο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: λαναρίζω
  2. χτενίζω τα μαλλιά με τέτοιο τρόπο ώστε να αποκτούν μεγαλύτερο όγκο, να είναι πιο φουντωτά

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξαίνω < ομόρριζο του ξέω και ξύω, θέμα που αναπτύχθηκε παράλληλα με τα άλλα δύο το ξαν + πρόσφυμα j + ω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ξαίνω

  1. ξαίνω, λαγαρίζω, ετοιμάζω μαλλί για κλώσιμο
  2. χτενίζω
  3. κατεργάζομαι
  4. (μεταφορικά) γδάρσιμο στο λαιμό, πονόλαιμος
  5. (μεταφορικά) μου λυώνουν, μου κομματιάζουν, μου τρώνε το μυαλό
    ξαίνεσθαι τήν ψυχήν φροντίδι (με τρώνε οι έγνοιες)
  6. μεταφορικά αυλακιάζω, ξύνω
    ξαίνουσα παρειάς δάκρυσιν (με τα δάκρυα να ξάνουν τα μάγουλα)
  7. (μεταφορικά) γδέρνω, χτυπώ δυνατά, σχίζω
    ῥάβδοις ἔξαινον τά σώματα
  8. αφρίζω κάτι με ανακάτεμα ή άλλους τρόπους
    ὕδωρ ξαινόμενον
    ξανθέν ὑπό σπιλάδι (το κύμα) που αφρίζει στο βράχο)

Τύποι[επεξεργασία]

Τύποι που απαντούν: ξαίνω, [παρατατικός: ἔξαινον], αόριστος ἔξηνα, μέλλων: ξανῶ, παθητικός αόριστος ἐξάνθην, [παρακείμενος ἔξασμαι και σύνθετος κατέξασμαι, αλλά και δι-ἔξαμμαι] (Σε αγκύλες οι τύποι που είναι μεταγενέστεροι της ελληνιστικής)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • εἰς πῦρ ξαίνειν : ο άδικος κόπος, η ματαιότητα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]