οίδημα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | οίδημα | οιδήματα |
| γενική | οιδήματος | οιδημάτων |
| αιτιατική | οίδημα | οιδήματα |
| κλητική | οίδημα | οιδήματα |
[
]
Ετυμολογία
- οίδημα < αρχαία ελληνική οἴδημα
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
οίδημα ουδέτερο