οπλοποιός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οπλοποιός οπλοποιοί
γενική οπλοποιού οπλοποιών
αιτιατική οπλοποιό οπλοποιούς
κλητική οπλοποιέ οπλοποιοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

οπλοποιός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

οπλοποιός αρσενικό

  1. τεχνίτης κατασκευής όπλων, και ειδικότερα πυροβόλων και φορητών

32πχ Μεταφράσεις[]