παγκάκι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- παγκάκι < υποκοριστικό του πάγκος
[
]
Ουσιαστικό
παγκάκι ουδέτερο
- μακρύ ξύλινο ή μεταλλικό κάθισμα σε δημόσιους χώρους