παραλλαγή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | παραλλαγή | παραλλαγές |
| γενική | παραλλαγής | παραλλαγών |
| αιτιατική | παραλλαγή | παραλλαγές |
| κλητική | παραλλαγή | παραλλαγές |
Ετυμολογία [
]
- παραλλαγή < αρχαία ελληνική παραλλαγή
Ουσιαστικό [
]
παραλλαγή θηλυκό
- μία ελαφρώς διαφορετική εκδοχή ενός πράγματος (πχ εμπορικού προϊόντος, δημοτικού τραγουδιού κλπ)
- τα δομημένα ομόλογα αποτελούν μια ειδική παραλλαγή των ομολόγων κυμαινόμενου εισοδήματος
- συγκεκριμένη τροποποίηση της εμφάνισης και της ενδυμασίας ώστε να συγχέεται με το περιβάλλον
- οι καταδρομείς φορούν στολές παραλλαγής
- (γεωγραφία) η διαφορά μεταξύ του πραγματικού βορρά και του βορρά που δείχνει η πυξίδα, η παραλλαγή πυξίδας
Σημειώσεις [
]
- συχνά συγχέεται (εσφαλμένα) με το παραλογή
Δείτε επίσης [
]
- παραλλαγή πυξίδας στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις [
]
η συγκεκριμένη τροποποίηση για δημιουργία σύγχυσης με το περιβάλλον