πειραματόζωο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πειραματόζωο | πειραματόζωα |
| γενική | πειραματόζωου | πειραματόζωων |
| αιτιατική | πειραματόζωο | πειραματόζωα |
| κλητική | πειραματόζωο | πειραματόζωα |
[
]
Ετυμολογία
- πειραματόζωο < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
πειραματόζωο ουδέτερο
[
]
Μεταφράσεις
πειραματόζωο