πλήξη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πλήξη | πλήξεις |
| γενική | πλήξης | πλήξεων |
| πλήξεως | ||
| αιτιατική | πλήξη | πλήξεις |
| κλητική | πλήξη | πλήξεις |
Ετυμολογία
- πλήξη < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Ουσιαστικό
πλήξη θηλυκό
- Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης. (Προσθέστε τον/τους!)