ανία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ανία | ανίες |
| γενική | ανίας | ανιών |
| αιτιατική | ανία | ανίες |
| κλητική | ανία | ανίες |
[
]
Ετυμολογία
- ανία < αρχαία ελληνική ἀνία
[
]
Ουσιαστικό
ανία θηλυκό
- δυσάρεστη ψυχική κατάσταση που προκαλείται από την πλήρη έλλειψη ενδιαφέροντος σε κάτι με το οποίο ασχολείται κανείς, ή από την έλλειψη κάποιας απασχόλησης που τραβά τη προσοχή
- Έχω πενήντα εκθέσεις που πρέπει να διορθώσω. Τι ανία!