πλαστογράφηση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πλαστογράφηση < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πλαστογράφηση θηλυκό

  1. η ενέργεια του πλαστογραφώ, του να υπογράψω κάτι αναπαράγοντας το όνομα και γραφικό χαρακτήρα άλλου ανθρώπου, ώστε να φαίνεται ότι πρόκειται για τη δική του υπογραφή, χωρίς αυτός να συμφωνήσει σε αυτό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]