σάλιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σάλιο σάλια
γενική σάλιου σάλιων
αιτιατική σάλιο σάλια
κλητική σάλιο σάλια

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

σάλιο < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

σάλιο ουδέτερο

  • σωματικό υγρό που εκκρίνεται στο στόμα από τους σιελογόνους αδένες και βοηθά στην πέψη των τροφών

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

[] Εκφράσεις

  • του τρέχουν τα σάλια: θέλει πολύ κάτι και το δείχνει χωρίς αξιοπρέπεια
  • δεν υπάρχει σάλιο: δεν υπάρχουν καθόλου χρήματα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες