σάλιο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σάλιο | σάλια |
| γενική | σάλιου | σάλιων |
| αιτιατική | σάλιο | σάλια |
| κλητική | σάλιο | σάλια |
[
]
Ετυμολογία
- σάλιο < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
σάλιο ουδέτερο
- σωματικό υγρό που εκκρίνεται στο στόμα από τους σιελογόνους αδένες και βοηθά στην πέψη των τροφών
[
]
Συνώνυμα
[
] Εκφράσεις
- του τρέχουν τα σάλια: θέλει πολύ κάτι και το δείχνει χωρίς αξιοπρέπεια
- δεν υπάρχει σάλιο: δεν υπάρχουν καθόλου χρήματα
[
]
Μεταφράσεις
δεν υπάρχει σάλιο