σιδεράς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σιδεράς σιδεράδες
γενική σιδερά σιδεράδων
αιτιατική σιδερά σιδεράδες
κλητική σιδερά σιδεράδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σιδεράς < σίδερο + -άς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σιδεράς αρσενικό

  1. ο τεχνίτης που κατεργάζεται τον σίδηρο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]