σίδερο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σίδερο | σίδερα |
| γενική | σίδερου | σίδερων |
| αιτιατική | σίδερο | σίδερα |
| κλητική | σίδερο | σίδερα |
[
]
Ετυμολογία
- σίδερο < σίδηρος
[
]
Ουσιαστικό
σίδερο ουδέτερο
- σκληρό μέταλλο (ατομικός αριθμός 26) που χρησιμοποιείται από τη μεταλλουργία για την κατασκευή αντικειμένων με αυξημένη αντοχή και σκληρότητα
- ηλεκτρική συσκευή με θερμαινόμενη επίπεδη σιδερένια επιφάνεια που χρησιμοποιείται για το σιδέρωμα των ρούχων