σιδέρωμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σιδέρωμα σιδερώματα
γενική σιδερώματος σιδερωμάτων
αιτιατική σιδέρωμα σιδερώματα
κλητική σιδέρωμα σιδερώματα

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

σιδέρωμα < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

σιδέρωμα ουδέτερο

  1. η αφαίρεση πτυχών από ύφασμα με τη χρήση σίδερου
  2. (κατασκευές) η εργασία τοποθέτησης μεταλλικών ράβδων στα καλούπια για μπετόν αρμέ

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες