σοφίτα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | σοφίτα | σοφίτες |
| γενική | σοφίτας | σοφιτών |
| αιτιατική | σοφίτα | σοφίτες |
| κλητική | σοφίτα | σοφίτες |
[
]
Ετυμολογία
- σοφίτα < ιταλική λέξη soffitta
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
σοφίτα θηλυκό
- μικρό δωμάτιο ή βοηθητικός χώρος ακριβώς κάτω από τη στέγη.