στέκι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική στέκι στέκια
γενική στεκιού στεκιών
αιτιατική στέκι στέκια
κλητική στέκι στέκια

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈstɛ.ki/

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

  1. στέκι < στέκω
  2. στέκι < αγγλική steak

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

στέκι ουδέτερο

  1. συνηθισμένο σημείο συνάντησης μιας παρέας, π.χ. ένα καφενείο ή ένα μπαρ
    Πῆγα εὐτὺς στὰ γνωστά μου «στέκια» νὰ συναντήσω τοὺς φίλους μου ποὺ παίζανε. (Κώστας Βάρναλης, Φιλολογικά απομνημονεύματα, 1980)
  2. (ελληνοαμερικανικά) η μπριζόλα
    Είχε εστιατόριο κι έψηνε στέκια.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]