στέκι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | στέκι | στέκια |
| γενική | στεκιού | στεκιών |
| αιτιατική | στέκι | στέκια |
| κλητική | στέκι | στέκια |
Προφορά [
]
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
στέκι ουδέτερο
- συνηθισμένο σημείο συνάντησης μιας παρέας, π.χ. ένα καφενείο ή ένα μπαρ
- Πῆγα εὐτὺς στὰ γνωστά μου «στέκια» νὰ συναντήσω τοὺς φίλους μου ποὺ παίζανε. (Κώστας Βάρναλης, Φιλολογικά απομνημονεύματα, 1980)
- (ελληνοαμερικανικά) η μπριζόλα
- Είχε εστιατόριο κι έψηνε στέκια.
[
]
Δείτε επίσης [
]
Μεταφράσεις [
]
σημείο συνάντησης
μπριζόλα
|
→ δείτε τη λέξη: μπριζόλα |