στοιχειωμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

στοιχειωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος στοιχειώνω

Open book 01.svg Μετοχή []

στοιχειωμένος, -η, -ο

  1. δείτε τη λέξη: στοιχειώνω

32πχ Μεταφράσεις []