στοιχειωμένος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- στοιχειωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος στοιχειώνω
Μετοχή [
]
στοιχειωμένος, -η, -ο
- → δείτε τη λέξη: στοιχειώνω
Μεταφράσεις [
]
στοιχειωμένος