συντακτικό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

συντακτικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου συντακτικός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /si.nda.kti.ˈkɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

συντακτικό ουδέτερο μόνο στον ενικό

  1. (γλωσσολογία) το τμήμα της γραμματικής που περιέχει κανόνες για τη δομή και τη λειτουργία μιας γλώσσας
    απαιτείται καλή γνώση του συντακτικού για τη μετάφραση του κειμένου
  2. (συνεκδοχικά) μάθημα που ασχολείται με τους συντακτικούς κανόνες μιας γλώσσας
    θα κάνομε συντακτικό σήμερα
  3. (συνεκδοχικά) βιβλίο ή σύγγραμμα που παρουσιάζει και μελετά τους κανόνες αυτούς
    είναι πολύ καλό αυτό το συντακτικό

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[]

συντακτικό