σόι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- σόι < τουρκική soy
[
]
Ουσιαστικό
σόι ουδέτερο
- η ευρύτερη οικογένεια στην οποία ανήκει κάποιος
- ο γάμος τους διαλύθηκε εξαιτίας της ασυννενοησίας ανάμεσα στα σόγια'
- το συγγενολόι
- κάθε φορά που έχουμε γιορτή, πλακώνει όλο το σόι
- το είδος
- τι σόι άνθρωπος είναι αυτός;
[
]
Μεταφράσεις
σόι