σόι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική σόι σόγια
γενική σογιού σογιών
αιτιατική σόι σόγια
κλητική σόι σόγια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

σόι < τουρκική soy

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

σόι ουδέτερο

  1. η ευρύτερη οικογένεια στην οποία ανήκει κάποιος
    ο γάμος τους διαλύθηκε εξαιτίας της ασυννενοησίας ανάμεσα στα σόγια'
  2. το συγγενολόι
    κάθε φορά που έχουμε γιορτή, πλακώνει όλο το σόι
  3. το είδος
    τι σόι άνθρωπος είναι αυτός;

32πχ Μεταφράσεις[]