σύμμειγμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
σύμμειγμα ουδέτερο
- όρος που προέρχεται από τη συγχώνευση δύο άλλων όρων με σύμμειξη (συνήθως παίρνοντας την αρχή του ενός και το τέλος του άλλου όρου)
- οι λέξεις δυφίο, πετροδολλάριο είναι συμμείγματα