τρωκτικό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τρωκτικό τρωκτικά
γενική τρωκτικού τρωκτικών
αιτιατική τρωκτικό τρωκτικά
κλητική τρωκτικό τρωκτικά

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

τρωκτικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του ελληνιστικού επιθέτου τρωκτικός

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

τρωκτικό ουδέτερο

  • είδος θηλαστικού μικρόσωμου ζώου, που χαρακτηρίζεται από πολύ δυνατούς κοπτήρες που του χρησιμεύουν στο ροκάνισμα της τροφής
  • (μεταφορικά) άνθρωπος που ροκανίζει τον ξένο πλούτο

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


[] Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου

τρωκτικό

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες