υβρίδιο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | υβρίδιο | υβρίδια |
| γενική | υβρίδιου και υβριδίου |
υβρίδιων και υβριδίων |
| αιτιατική | υβρίδιο | υβρίδια |
| κλητική | υβρίδιο | υβρίδια |
[
]
Ετυμολογία
- υβρίδιο < γαλλική hybride
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /i.ˈvɾi.ði.ɔ/
[
]
Ουσιαστικό
υβρίδιο ουδέτερο
- (βιολογία) το φυτό ή ζώο που έχει δημιουργηθεί με τη διασταύρωση ατόμων, τα οποία είναι γενετικώς ανόμοια
- το αποτέλεσμα συνένωσης διαφορετικών στοιχείων
- (γλωσσολογία) η σύνθετη λέξη που έχει προκύψει από στοιχεία δύο διαφορετικών γλωσσών, π.χ. κασετόφωνο, βιντεοταινία