υβρίδιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υβρίδιο υβρίδια
γενική υβρίδιου και
υβριδίου
υβρίδιων και
υβριδίων
αιτιατική υβρίδιο υβρίδια
κλητική υβρίδιο υβρίδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

υβρίδιο < γαλλική hybride

Nuvola apps edu languages.png Προφορά []

ΔΦΑ : /i.ˈvɾi.ði.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

υβρίδιο ουδέτερο

  1. (βιολογία) το φυτό ή ζώο που έχει δημιουργηθεί με τη διασταύρωση ατόμων, τα οποία είναι γενετικώς ανόμοια
  2. το αποτέλεσμα συνένωσης διαφορετικών στοιχείων
  3. (γλωσσολογία) η σύνθετη λέξη που έχει προκύψει από στοιχεία δύο διαφορετικών γλωσσών, π.χ. κασετόφωνο, βιντεοταινία

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις []

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα []

32πχ Μεταφράσεις []