υπέρμαχος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- υπέρμαχος < ελληνιστική κοινή ὑπέρμαχος < ὑπέρ + μάχομαι
Επίθετο [
]
υπέρμαχος αρσενικό ή θηλυκό
- που πολεμά υπερασπιζόμενος κάτι/κάποιον
- η Υπέρμαχος Στρατηγός (η Παναγία)
Ουσιαστικό [
]
υπέρμαχος αρσενικό ή θηλυκό
- που υποστηρίζει με θέρμη μια ιδέα