υπέρμαχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

υπέρμαχος < ελληνιστική κοινή ὑπέρμαχος < ὑπέρ + μάχομαι

Open book 01.svg Επίθετο[]

υπέρμαχος αρσενικό ή θηλυκό

  1. που πολεμά υπερασπιζόμενος κάτι/κάποιον
    η Υπέρμαχος ΣτρατηγόςΠαναγία)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

υπέρμαχος αρσενικό ή θηλυκό

  1. που υποστηρίζει με θέρμη μια ιδέα


32πχ Μεταφράσεις[]