υπέρταση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
υπέρταση θηλυκό
- (ιατρική) η μεγαλύτερη από το κανονικό αρτηριακή πίεση
- (ηλεκτρισμός) η μεγαλύτερη από το κανονικό τάση σε ένα ηλεκτρικό δίκτυο
- παρά τη λήψη όλων των δυνατών μέτρων από τη ΔΕΗ είναι αντικειμενικά και πρακτικά αδύνατο να αποκλεισθεί εντελώς η εμφάνιση διαταραχών της τάσης (μειώσεις της τάσης, υπερτάσεις, διακοπές βραχείας ή μακράς διάρκειας κ.λπ.) (από το δικτυακό τόπο της ΔΕΗ)
[
]
[
]
Μεταφράσεις
υπέρταση
|