υποδεκανέας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υποδεκανέας υποδεκανείς
γενική υποδεκανέα
& υποδεκανέως
υποδεκανέων
αιτιατική υποδεκανέα υποδεκανείς
κλητική υποδεκανέα υποδεκανείς

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

υποδεκανέας < υπό + δεκανέας (< δεκανεύς).

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

υποδεκανέας αρσενικό

  • Τιμητική διάκριση που απονέμεται σε στρατιώτες του στρατού ξηράς που ξεχώρισαν για την απόδοση και το ήθος τους. Δε θεωρείται βαθμός και χάνεται στην εφεδρεία. Συντομογραφία: υδνέας.
Βρετανή υποδεκανέας έχασε τα γαλόνια της επειδή φωτογραφήθηκε ημίγυμνη.

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]