υποχείριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υποχείριο υποχείρια
γενική υποχείριου υποχείριων
αιτιατική υποχείριο υποχείρια
κλητική υποχείριο υποχείρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

υποχείριο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου υποχείριος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

υποχείριο ουδέτερο

  1. ο άνθρωπος που εκτελεί τυφλά τις εντολές και οδηγίες κάποιου άλλου, που είναι άβουλο όργανο κάποιου άλλου

32πχ Μεταφράσεις[]