φάρσα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | φάρσα | φάρσες |
| Γενική | φάρσας | φαρσών |
| Αιτιατική | φάρσα | φάρσες |
| Κλητική | φάρσα | φάρσες |
Ετυμολογία
- φάρσα < γαλλική farce
Προφορά
Ουσιαστικό
φάρσα θηλυκό
- είδος κωμικού θεατρικού έργου
- ενέργεια με σκοπό την παραπλάνηση ή τη γελοιοποίηση κάποιου