φολίδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : βολίδα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φολίδα φολίδες
γενική φολίδας φολίδων
αιτιατική φολίδα φολίδες
κλητική φολίδα φολίδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φολίδα < αρχαία ελληνική φολίς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φολίδα θηλυκό

  1. το καθένα από τα πολλά μικρά, επίπεδα και σκληρά κομμάτια κερατίνης που καλύπτουν το δέρμα των ψαριών και των ερπετών
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: λέπι
  2. το καθένα από τα μικρά κομμάτια της επιδερμίδας που αποβάλλονται σε κάποιες δερματοπάθειες
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: λέπι
  3. (κατ’ επέκταση) μεταλλικό έλασμα ή πλάκα παρόμοια με τη φολίδα (1, 2), που ένα σύνολό τους καλύπτει μια επιφάνεια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]