χάρη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- χάρη < → Η ετυμολογία λείπει.
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
χάρη θηλυκό γενική: χάρης και χάριτος (λόγιο)
- η ιδιότητα του κομψού και χαριτωμένου
- η εύνοια (ιδίως του Θεού)
- η Θεία Χάρη
- το χάρισμα, η έμφυτη ικανότητα (που έχει δοθεί από τη Θεία Χάρη)
- Δεν θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη (Γ.Σεφέρης)
- ενέργεια που γίνεται από καλή διάθεση και αποσκοπεί στο να βοηθήσει κάποιον
- κάνε μου μια χάρη, βοήθησέ με στα μαθηματικά
- η απαλλαγή από την υποχρέωση έκτισης μιας ποινής ή η ματαίωση της εκτέλεσης της θανατικής ποινής με ειδική απόφαση του ανώτατου άρχοντα
- ο Κυβερνήτης της Πολιτείας έδωσε χάρη στον μελλοθάνατο
Εκφράσεις [
]
- κάνε μου/μας τη χάρη: σταμάτα να μας εκνευρίζεις
- περίοδος χάριτος: χρονικό διάστημα που δίνεται σε κάποιον για να εκπληρώσει τις υποσχέσεις του χωρίς εξωτερική πίεση· ειδικότερα, διάστημα κατά το οποίο ένας χρεοφειλέτης δεν υποχρεώνεται στην καταβολή κάποιου ποσού