χάρη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χάρη < → Η ετυμολογία λείπει.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈxa.ɾi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

χάρη θηλυκό γενική: χάρης και χάριτος (λόγιο)

  1. η ιδιότητα του κομψού και χαριτωμένου
  2. η εύνοια (ιδίως του Θεού)
    η Θεία Χάρη
  3. το χάρισμα, η έμφυτη ικανότητα (που έχει δοθεί από τη Θεία Χάρη)
    Δεν θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη (Γ.Σεφέρης)
  4. ενέργεια που γίνεται από καλή διάθεση και αποσκοπεί στο να βοηθήσει κάποιον
    κάνε μου μια χάρη, βοήθησέ με στα μαθηματικά
  5. η απαλλαγή από την υποχρέωση έκτισης μιας ποινής ή η ματαίωση της εκτέλεσης της θανατικής ποινής με ειδική απόφαση του ανώτατου άρχοντα
    ο Κυβερνήτης της Πολιτείας έδωσε χάρη στον μελλοθάνατο

Εκφράσεις[]

  • κάνε μου/μας τη χάρη: σταμάτα να μας εκνευρίζεις
  • περίοδος χάριτος: χρονικό διάστημα που δίνεται σε κάποιον για να εκπληρώσει τις υποσχέσεις του χωρίς εξωτερική πίεση· ειδικότερα, διάστημα κατά το οποίο ένας χρεοφειλέτης δεν υποχρεώνεται στην καταβολή κάποιου ποσού

32πχ Μεταφράσεις[]