χαμαιλέοντας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Χαμαιλέων

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

χαμαιλέοντας < αρχαία ελληνική χαμαιλέων < χαμαί (: στο χώμα) + λέων

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /xa.mɛ.ˈlɛ.ɔn.das/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

χαμαιλέοντας πάνω σε κλαδί δέντρου

χαμαιλέοντας αρσενικό

  • (ερπετολογία) μικρή σαύρα που έχει την ιδιαίτερη ικανότητα να αλλάζει το χρώμα της (συνήθως είναι γκριζοπράσινο) ανάλογα με το περιβάλλον. Διαθέτει λεπτή και μακριά γλώσσα για να πιάνει την τροφή του (έντομα), μακριά και κυλινδρική ουρά που τον βοηθάει στο να αναρριχάται στα δέντρα και εξογκωμένα και κωνικά μάτια που μπορούν να στραφούν προς κάθε κατεύθυνση
  • (μεταφορικά) άνθρωπος άστατος κι ευμετάβλητος, που προσαρμόζει τις πεποιθήσεις, τις ιδέες και τα φρονήματά του ανάλογα με τις περιστάσεις, για να εξυπηρετεί το συμφέρον του

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες