χασμουρητό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χασμουρητό χασμουρητά
γενική χασμουρητού χασμουρητών
αιτιατική χασμουρητό χασμουρητά
κλητική χασμουρητό χασμουρητά

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

χασμουρητό < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /xa.zmu.ɾi.ˈtɔ/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

χασμουρητό ουδέτερο

  • πλατύ άνοιγμα του στόματος με εισπνοή που ακολουθείται από εκπνοή και χαρακτηριστικό ήχο, λόγω κούρασης ή νύστας

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες