χείλι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | χείλι | χείλια |
| γενική | χειλιού | χειλιών |
| αιτιατική | χείλι | χείλια |
| κλητική | χείλι | χείλια |
[
]
Ετυμολογία
- χείλι < χείλος
[
]
Ουσιαστικό
χείλι ουδέτερο
- το χείλος του στόματος
[
]
[
]
[
]
Μεταφράσεις
χείλι