χείλος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- χείλος < αρχαία ελληνική χεῖλος
[
]
Ουσιαστικό
χείλος ουδέτερο (γεν. χείλους, πληθ. χείλη, γεν.πλ. χειλέων· χρησιμοποιούνται επίσης και οι τύποι χείλια και χειλιών, από το χείλι)
- καθένας από τους δύο μυικούς ιστούς του προσώπου που σχηματίζουν εξωτερικά το στόμα. Διακρίνονται σε άνω και κάτω
- προκλητικά χείλη, δαγκώνει το άνω χείλος, όταν αγχώνεται
- η περιοχή γύρω από ένα τραύμα, ένα φυσικό κοίλωμα του σώματος
- τα χείλη της πληγής, τα χείλη του αιδοίου
- (μεταφορικά): το σημείο που καταλήγει κάθε επιφάνεια
- τα χείλη του ποτηριού
- στο χείλος του γκρεμού: στα πρόθυρα της καταστροφής
[
]
[
]
Συνώνυμα
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
χείλος
|
|