χείλος

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

Από την αρχαία ελληνική χεῖλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό

χείλος ουδέτερο (πληθυντικός : χείλη)

  • καθένας από τους δύο μυικούς ιστούς του προσώπου που σχηματίζουν εξωτερικά το στόμα. Διακρίνονται σε άνω και κάτω
προκλητικά χείλη, δαγκώνει το άνω χείλος, όταν αγχώνεται
  • η περιοχή γύρω από ένα τραύμα, ένα φυσικό κοίλωμα του σώματος
τα χείλη της πληγής, τα χείλη του αιδοίου
  • (μεταφορικά): το σημείο που καταλήγει κάθε επιφάνεια
τα χείλη του ποτηριού
  • στο χείλος του γκρεμού: στα πρόθυρα της καταστροφής

Συγγενικές λέξεις

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

Σύνθετα


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις