χείλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

χείλος < αρχαία ελληνική χεῖλος

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

χείλος ουδέτερο (γεν. χείλους, πληθ. χείλη, γεν.πλ. χειλέων· χρησιμοποιούνται επίσης και οι τύποι χείλια και χειλιών, από το χείλι)

  1. καθένας από τους δύο μυικούς ιστούς του προσώπου που σχηματίζουν εξωτερικά το στόμα. Διακρίνονται σε άνω και κάτω
    προκλητικά χείλη, δαγκώνει το άνω χείλος, όταν αγχώνεται
  2. η περιοχή γύρω από ένα τραύμα, ένα φυσικό κοίλωμα του σώματος
    τα χείλη της πληγής, τα χείλη του αιδοίου
  3. (μεταφορικά): το σημείο που καταλήγει κάθε επιφάνεια
    τα χείλη του ποτηριού
  4. στο χείλος του γκρεμού: στα πρόθυρα της καταστροφής

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

[] Nuvola apps noatun.png Σύνθετα

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες