χηλή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική χηλή χηλές
γενική χηλής χηλών
αιτιατική χηλή χηλές
κλητική χηλή χηλές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χηλή < αρχαία ελληνική χηλή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

χηλή θηλυκό

  1. (ανατομία): άκρη εξωτερικού οργάνου.
  2. (ζωολογία): το νύχι μερικών ζώων
  3. (ζωολογία): η δαγκάνα των καβουριών, αστακών κ.ά.
  4. η οπλή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]