χιονόπτωση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- χιονόπτωση < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική snowfall
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /çɔ.'nɔ.ptɔ.si/
[
]
Ουσιαστικό
χιονόπτωση θηλυκό
- η πτώση χιονιού
- οι κεντρικοί δρόμοι έχουν κλείσει λόγω έντονης χιονόπτωσης