χρόνια
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- δεύτερος πληθυντικός της λέξης χρόνος
Ουσιαστικό [
]
χρόνια ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό , χωρίς γενική
- τα έτη
- μέσα σε δύο χρόνια θα έχουν ολοκληρωθεί οι εργασίες
- ιστορική περίοδος
- στα χρόνια του παππού μου
Εκφράσεις [
]
- χρόνια και ζαμάνια: έχει περάσει πολύς καιρός
- να 'χα τα χρόνια σου: μακάρι να ήμουν νέος σαν κι εσένα
- χρόνια πολλά: ευχή που ανταλλάσσουν μεταξύ τους οι άνθρωποι σε μια μεγάλη γιορτή ή δίνουν σε κάποιον που έχει την ονομαστική του εορτή ή γενέθλια