χωρίζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- χωρίζω < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ρήμα
χωρίζω, παρατ.: χώριζα, στιγμ. μέλλ.: θα χωρίσω, αόρ.: χώρισα , παθ.φωνή: χωρίζομαι , μτχ.π.π.: χωρισμένος
- (μεταβατικό) διασπώ κάτι στα μέρη του
- (μεταβατικό) απομακρύνω κάτι από κάτι άλλο
- κανείς δεν πρέπει να χωρίζει το παιδί από τη μάνα του
- (μεταβατικό) (ειδικότερα) σταματώ μια συμπλοκή μεταξύ δύο ατόμων
- δυο παιδιά τσακώνονταν στο προαύλιο και μπήκαν στη μέση οι δάσκαλοι να τους χωρίσουν
- σταματώ να βρίσκομαι σε ερωτική σχέση· παίρνω διαζύγιο (αν πρόκειται για γάμο)
- (αμετάβατο) ο Γιώργος χώρισε
- (αλληλοπαθές) ο Γιώργος και η Μαίρη χωρίσανε
- (μεταβατικό) η Μαίρη απείλησε το Γιώργο ότι θα τον χωρίσει