χωρίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

χωρίζω < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Ρήμα

χωρίζω, παρατ.: χώριζα, στιγμ. μέλλ.: θα χωρίσω, αόρ.: χώρισα , παθ.φωνή: χωρίζομαι , μτχ.π.π.: χωρισμένος

  1. (μεταβατικό) διασπώ κάτι στα μέρη του
  2. (μεταβατικό) απομακρύνω κάτι από κάτι άλλο
    κανείς δεν πρέπει να χωρίζει το παιδί από τη μάνα του
  3. (μεταβατικό) (ειδικότερα) σταματώ μια συμπλοκή μεταξύ δύο ατόμων
    δυο παιδιά τσακώνονταν στο προαύλιο και μπήκαν στη μέση οι δάσκαλοι να τους χωρίσουν
  4. σταματώ να βρίσκομαι σε ερωτική σχέση· παίρνω διαζύγιο (αν πρόκειται για γάμο)
    (αμετάβατο) ο Γιώργος χώρισε
    (αλληλοπαθές) ο Γιώργος και η Μαίρη χωρίσανε
    (μεταβατικό) η Μαίρη απείλησε το Γιώργο ότι θα τον χωρίσει

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες