χωρίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χωρίζω < αρχαία ελληνική χωρίζω

Open book 01.svg Ρήμα[]

χωρίζω (παθητικό: χωρίζομαι)

  1. (μεταβατικό) διασπώ κάτι στα μέρη του
  2. (μεταβατικό) απομακρύνω κάτι από κάτι άλλο
    κανείς δεν πρέπει να χωρίζει το παιδί από τη μάνα του
  3. (μεταβατικό) (ειδικότερα) σταματώ μια συμπλοκή μεταξύ δύο ατόμων
    δυο παιδιά τσακώνονταν στο προαύλιο και μπήκαν στη μέση οι δάσκαλοι να τους χωρίσουν
  4. σταματώ να βρίσκομαι σε ερωτική σχέση· παίρνω διαζύγιο (αν πρόκειται για γάμο)
    (αμετάβατο) ο Γιώργος χώρισε
    (αλληλοπαθές) ο Γιώργος και η Μαίρη χωρίσανε
    (μεταβατικό) η Μαίρη απείλησε το Γιώργο ότι θα τον χωρίσει
  5. (παθητικό) διαιρούμαι
    Χωρίστηκαν σε δυο στρατόπεδα
    Η περιουσία χωρίστηκε στα πέντε, γιατί δεν μπορούσαν να συννενοηθούν μεταξύ τους να το δώσουν αντιπαροχή


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

χωρίζω < από το επίρρημα χωρίς (την έννοια του διακρίνω κάτι από κάτι άλλο) + ζω

Open book 01.svg Ρήμα[]

χωρίζω

  1. διακρίνω, αποχωρίζω
  2. διαιρώ
    χωρίζεσθαι καὶ διασπᾶν
  3. (παθητικό) διαφέρω
    νόμοι κεχωρισμένοι τῶν ἄλλων ἀνθρώπων : νόμοι πολύ διαφοετικοί από των άλλων ανθρώπων
    γνῶμαι κεχωρισμέναι : οι απόψεις είχαν χωριστεί στα δυο, είχαν διχογνωμία, διαφορά απόψεων
  4. αποχωρίζομαι, παίρνω διαζύγιο
    κεχωρισμένη ἀπὸ τοῦ ἀνδρός (Πολύβιος)


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]


Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]