διαζύγιο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | διαζύγιο | διαζύγια |
| γενική | διαζυγίου | διαζυγίων |
| αιτιατική | διαζύγιο | διαζύγια |
| κλητική | διαζύγιο | διαζύγια |
[
]
Ετυμολογία
- διαζύγιο < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
διαζύγιο ουδέτερο
- η επίσημη διάλυση ενός γάμου
- το διαζύγιό τους βγήκε κοινή συναινέσει
- → δείτε τη λέξη: χωρισμός
- (μεταφορικά) η διακοπή της επαφής
- έχει πάρει διαζύγιο με τη λογική (είναι παράλογος)
[
] Εκφράσεις
- παίρνω διαζύγιο: χωρίζω επίσημα από τον/τη σύζυγό μου καο γάμος μου διαλύεται
- αυτόματο διαζύγιο