ώχρα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ώχρα | ώχρες |
| γενική | ώχρας | ωχρών |
| αιτιατική | ώχρα | ώχρες |
| κλητική | ώχρα | ώχρες |
Ετυμολογία [
]
- ώχρα < αρχαία ελληνική ὤχρα < ὠχρός
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
ώχρα θηλυκό
- ονομασία χρώματος της ζωγραφικής αλλά και γενικά της βαφής, σε τόνους του κίτρινου, του καφέ και του κόκκινου.
- σιδηρούχο ορυκτό με χρώμα από ανοιχτό κίτρινο μέχρι κόκκινο και καφέ, το οποίο χρησιμοποιείται κυρίως ως χρωστική ουσία.
[
]
Δείτε επίσης [
]
- ώχρα στη Βικιπαίδεια

- λειμωνίτης
- αιματίτης
Μεταφράσεις [
]
ορυκτό