ώχρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ωχρά
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ώχρα ώχρες
γενική ώχρας ωχρών
αιτιατική ώχρα ώχρες
κλητική ώχρα ώχρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ώχρα < αρχαία ελληνική ὤχρα < ὠχρός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈɔ.xɾa/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ώχρα θηλυκό

  1. ονομασία χρώματος της ζωγραφικής αλλά και γενικά της βαφής, σε τόνους του κίτρινου, του καφέ και του κόκκινου.
  2. σιδηρούχο ορυκτό με χρώμα από ανοιχτό κίτρινο μέχρι κόκκινο και καφέ, το οποίο χρησιμοποιείται κυρίως ως χρωστική ουσία.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]