Achtung
Από Βικιλεξικό
[
]
Γερμανικά (de)
[
]
Ουσιαστικό
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | die Achtung | - |
| γενική | der Achtung | - |
| δοτική | der Achtung | - |
| αιτιατική | die Achtung | - |
Achtung (de) θηλυκό