Teddybär
Από Βικιλεξικό
[
]
Γερμανικά (de)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | der Teddybär | die Teddybären |
| γενική | des Teddybären | der Teddybären |
| δοτική | dem Teddybären | den Teddybären |
| αιτιατική | den Teddybären | die Teddybären |
[
]
Κύριο όνομα
Teddybär (de) αρσενικό
- εναλλακτική ονομασία της λέξης Teddy