dash
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
dash (en)
- η παύλα (‒ figure dash, – en dash, — em dash, ή ― horizontal bar)
- η παύλα στα σήματα μορς
- πολύ μικρή ποσότητα υγρού, λιγότερο από το 1/8 της κουταλιάς
[
]
Ρήμα
dash (en)
- χτυπώ βίαια
- (μεταφορικά) καταστρέφω