κόμπος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : κόμβος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κόμπος κόμποι
γενική κόμπου κόμπων
αιτιατική κόμπο κόμπους
κλητική κόμπε κόμποι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κόμπος < αρχαία ελληνική κόμβος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

είδος κόμπου
κόμπος γραβάτας

κόμπος αρσενικό

  1. το σημείο όπου διασταυρώνονται δύο τμήματα του ίδιου ή δύο διαφορετικών σχοινιών (ή άλλων νημάτων) και προκαλείται εξόγκωμα το οποίο σφίγγει αν τραβήξουμε τα δύο διαφορετικά τμήματα
  2. εξόγκωμα το οποίο μοιάζει με κόμπο (1)

Εκφράσεις[]

  • έφτασε ο κόμπος στο χτένι: τα πράγματα έχουν φτάσει σε απροχώρητο σημείο
  • το δένω κόμπο: θεωρώ κάτι σαν δεδομένο αν και είναι απλή υπόσχεση

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]


32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κόμπος < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κόμπος ουδέτερο

  1. θόρυβος, χτύπος