αναπνοή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- αναπνοή < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Ουσιαστικό
αναπνοή
- η ενέργεια του αναπνέω
- η εισπνοή αέρα από τη μύτη και το στόμα και η εκπνοή του
- (φυτά) η πρόσληψη οξυγόνου και η αποβολή διοξειδίου του άνθρακα
- (μεταφορικά) μια στιγμιαία ανάπαυλα