doświadczenie

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική doświadczenie doświadczenia
γενική doświadczenia doświadczeń
δοτική doświadczeniu doświadczeniom
αιτιατική doświadczenie doświadczenia
οργανική doświadczeniem doświadczeniami
τοπική doświadczeniu doświadczeniach
κλητική doświadczenie doświadczenia

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

doświadczenie < doświadczać

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

doświadczenie (pl) ουδέτερο

  1. η εμπειρία, η πείρα
  2. το πείραμα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα eksperyment