kwiatuszek

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική kwiatuszek kwiatuszki
γενική kwiatuszka kwiatuszków
δοτική kwiatuszkowi kwiatuszkom
αιτιατική kwiatuszek kwiatuszki
οργανική kwiatuszkiem kwiatuszkami
τοπική kwiatuszku kwiatuszkach
κλητική kwiatuszku kwiatuszki


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

kwiatuszek < υποκοριστικό από το kwiat

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

kwiatuszek (pl) αρσενικό

  1. το λουλουδάκι