możliwość

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική możliwość możliwości
γενική możliwości możliwości
δοτική możliwości możliwościom
αιτιατική możliwość możliwości
οργανική możliwością możliwościami
τοπική możliwości możliwościach
κλητική możliwości możliwości

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /mɔʒˈlʲivɔɕʨ̑/
Ήχος 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

możliwość (pl) θηλυκό

  1. η δυνατότητα

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

,